Ριζική ανακαίνιση δημόσιων κτιρίων

Παγιδευμένοι ανάμεσα σε φιλόδοξους στόχους βιωσιμότητας και τις προκλήσεις της υλοποίησής τους

Ο δημόσιος τομέας θέτει όλο και περισσότερο στόχους που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα, την απανθρακοποίηση, την ενεργειακή απόδοση και την ανακαίνιση. Την τελευταία δεκαετία, μια σειρά από εθελοντικές πρωτοβουλίες σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν κερδίσει την αυξανόμενη υποστήριξη των Δήμων (π.χ. η Συμφωννία των Δημάρχων με Σχέδια Δράσης για τη Βιώσιμη Ενέργεια και το Κλίμα (SECAP) ως εργαλείο). Επιπλέον, ως αποτέλεσμα των άρθρων 5 και 6 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση, ορισμένοι από τους στόχους θα καταστούν υποχρεωτικοί όχι μόνο για τους φορείς της κεντρικής κυβέρνησης, αλλά και για τις περιφερειακές και δημοτικές αρχές. Το άρθρο 5 ορίζει ότι οι δημόσιοι φορείς σε ένα κράτος μέλος πρέπει να μειώσουν την τελική κατανάλωση ενέργειάς τους κατά 1,9 % ετησίως, αρχής γενομένης από το 2025. Το άρθρο 6 απαιτεί κάθε χρόνο το 3 % του αποθέματος δημόσιων κτιρίων να υποβάλλεται σε ριζική ανακαίνιση.

Τα έργα ριζικής ανακαίνισης μπορούν να χαρακτηριστούν ως έχοντα μερικά από τα ακόλουθα τυπικά χαρακτηριστικά:

  • Είναι ολοκληρωμένες, δηλαδή καλύπτουν ολόκληρο το κτίριο ή, ενδεχομένως, ακόμη και για μια ομάδα κτιρίων (γειτονιά) – αυτό διακρίνει την ριζική ανακαίνιση από τη μερική ανακαίνιση ή μια απλή επένδυση με επισκευές.
  • Απαιτούν πολλά κεφάλαια..
  • Συνήθως αυξάνουν την αξία του κτιρίου σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, καθώς καλύπτουν μελλοντικά ζητήματα με προνοητικό τρόπο.
  • Συχνά συνδέονται με τον κύκλο επισκευών και τις λειτουργικές προσαρμογές ενός κτιρίου.
  • Συνήθως είναι οικονομικά αποδοτικά αν ληφθεί υπόψη ο κύκλος ζωής τους.
  • Δεν προσφέρουν μόνο άμεση μείωση λειτουργικών δαπανών, αλλά και μια σειρά από πρόσθετα οφέλη, όπως βελτιωμένη άνεση, νέες λειτουργίες κτιρίων, παραγωγικότητα, ελαχιστοποίηση κινδύνων, μεταξύ άλλων.

Προκλήσεις υλοποίησης για ριζικές ανακαινίσεις

Η εμπειρία δείχνει ότι τα έργα ριζικής ανακαίνισης που προγραμματίζονται σε σχέδια βιώσιμης ενέργειας συχνά υφίστανται «κενό υλοποίησης», το οποίο σημαίνει ότι η υλοποίησή τους αναβάλλεται επανειλημμένα, κυρίως για τους ακόλουθους λόγους:

  • Οι δήμοι και άλλοι δημόσιοι φορείς είναι πολύ συχνά υποχρηματοδοτούμενοι και, ως εκ τούτου, δεν είναι σε θέση να αυξήσουν τον όγκο των εργασιών ριζικής ανακαίνισης στον απαιτούμενο βαθμό χωρίς να υπερβούν τα υφιστάμενα όρια χρέους.
  • Οι δημόσιοι φορείς συχνά δεν διαθέτουν επαρκές προσωπικό για την προετοιμασία και την παρακολούθηση της υλοποίησης ενός αυξανόμενου αριθμού έργων ριζικής ανακαίνισης.
  • Οι δημόσιοι φορείς αντιμετωπίζουν επίσης έλλειψη γνώσεων σχετικά με το πολύπλοκο θέμα της βιωσιμότητας στον κατασκευαστικό τομέα, τόσο όσον αφορά το τεχνικό περιεχόμενο όσο και την απαραίτητη προσαρμογή των διαδικασιών σχεδιασμού και κατασκευής.

Όλα αυτά τα εμπόδια διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις πρακτικές του δημόσιου τομέα. Ταυτόχρονα, είναι επίσης αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί, δοκιμαστεί και εφαρμοστεί λύσεις. Σε αυτή την ανάρτηση του ιστολογίου εστιάζουμε στο εμπόδιο των ορίων χρέους και της υποχρηματοδότησης – τα άλλα εμπόδια θα εξεταστούν σε μεταγενέστερες αναρτήσεις του ιστολογίου.

Τα όρια της δημόσιας χρηματοδότησης απαιτούν μόχλευση κεφαλαίων με ιδιωτικούς πόρους

Εάν, παρά τη χρήση όλων των διαθέσιμων κονδυλίων του προϋπολογισμού (συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς μεταξύ κονδυλίων του προϋπολογισμού), οι χρηματοδοτικοί πόροι δεν επαρκούν για την αύξηση του ποσοστού υλοποίησης των έργων ριζικής ανακαίνισης ή εάν δεν είναι δυνατή η εσωτερική ανάπτυξη πρόσθετων ανθρώπινων πόρων, τότε η χρήση «μοντέλων ανάθεσης σε Τρίτο» συμβάλλει στην κάλυψη του κενού. Αυτό σημαίνει ότι η πρόσθετη χρηματοδότηση θα πρέπει να προέλθει από ιδιωτικούς πόρους.

Τα μοντέλα ανάθεσης σε Τρίτο, τα οποία αναφέρονται επίσης με όρους όπως μοντέλα ΣΔΙΤ ή μοντέλα ενεργειακών υπηρεσιών, χαρακτηρίζονται από την υλοποίηση και (προ)χρηματοδότηση της επένδυσης από εξωτερικούς τρίτους («πάροχοι υπηρεσιών»), οι οποίοι στη συνέχεια αναχρηματοδοτούνται από τις αμοιβές για την παροχή μακροπρόθεσμων υπηρεσιών (λειτουργία κτιρίων, επίτευξη μείωσης κόστους, παροχή ενέργειας κ.λπ.). Η τεχνική ευθύνη για την επένδυση μεταφέρεται έτσι σε εξωτερικούς τρίτους, οι οποίοι συνήθως πρέπει να αναλάβουν και μεγάλο μέρος του οικονομικού κινδύνου. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Eurostat για την καταγραφή των συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και των μοντέλων ΣΔΙΤ στους δημόσιους λογαριασμούς, η μεταφορά του οικονομικού κινδύνου σε τρίτους αποτελεί επίσης σημαντική προϋπόθεση για την εξωλογιστική καταχώριση της επένδυσης, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η επένδυση δεν αυξάνει (πλήρως) το δημόσιο χρέος. Ωστόσο, ανάλογα με τις λεπτομέρειες της σύμβασης, ο δημόσιος φορέας μπορεί να διατηρήσει εκτεταμένες δυνατότητες ελέγχου. Ακόμη και αν οι όροι χρηματοδότησης είναι γενικά λιγότερο ευνοϊκοί σε ένα μοντέλο εξωτερικής ανάθεσης σε σύγκριση με τη συμβατική αυτοχρηματοδότηση από τον δημόσιο τομέα, τα μοντέλα εξωτερικής ανάθεσης μπορούν να διασφαλίσουν ότι τα έργα ριζικής ανακαίνισης δεν θα πρέπει να αναβληθούν ή να μειωθεί ο όγκος των επενδύσεων, με άλλα λόγια: επιτρέπουν την πραγματοποίηση των επενδύσεων νωρίτερα και στο πλήρες εύρος τους.

Ενώ η χρήση μοντέλων εξωτερικής ανάθεσης, ιδίως μοντέλων ΣΔΙΤ, είναι ήδη κοινή πρακτική για την κατασκευή νέων δημόσιων κτιρίων, δυστυχώς εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται σχετικά σπάνια για ριζικές ανακαινίσεις. Ωστόσο, επιτυχημένα παραδείγματα (π.χ. από το Νότιο Τιρόλο, το Βέλγιο και την Τσεχία, τα οποία θα παρουσιάσουμε σε επόμενες αναρτήσεις στο blog) δείχνουν ότι είναι βασικά κατάλληλα για ριζικές ανακαινίσεις – και παρατηρείται ότι ο αριθμός των πρωτοπόρων έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.

Πώς το πρόγραμμα LEVERAGE Accelerator υποστηρίζει την υλοποίηση ριζικής ανακαίνισης σε δημόσια κτίρια

Το πρόγραμμα LEVERAGE Accelerator παρέχει υποστήριξη στα αρχικά στάδια ενός έργου ρζικής ανακαίνισης (η λεγόμενη φάση προ-επένδυσης), δηλαδή όταν ένας δήμος ή άλλος δημόσιος φορέας συνειδητοποιεί ότι ένα έργο ριζικής ανακαίνισης δεν μπορεί να υλοποιηθεί στο πλαίσιο του υφιστάμενου χρηματοδοτικού πλαισίου και αρχίζει να ενδιαφέρεται για καινοτόμα μοντέλα χρηματοδότησης.

Μετά από μια αρχική παρουσίαση των πλεονεκτημάτων και των περιορισμών αυτών των μοντέλων, το LEVERAGE Accelerator αναπτύσσει ένα σχέδιο για τον τρόπο με τον οποίο η καινοτόμος χρηματοδότηση μπορεί να λειτουργήσει για ένα συγκεκριμένο επενδυτικό έργο μέσω ενός μοντέλου εξωτερικής ανάθεσης. Μέσα από διάφορες διαδικασίες διαβούλευσης με εκπροσώπους δημόσιων φορέων, αρμόδιες εποπτικές αρχές, δυνητικούς χρηματοδοτικούς οργανισμούς και παρόχους τεχνικών υπηρεσιών, αναπτύσσεται ένα λεπτομερές σχέδιο, το οποίο τελικά αποτελεί τη βάση για την επακόλουθη διαδικασία δημόσιων συμβάσεων που θα υλοποιήσει ο δημόσιος φορέας.